Ποιήματα 25ης Μαρτίου


Φίλοι μου εδώ έχω αναρτήσει μερικά από τα ποιήματα που μας έδινα οι δάσκαλοί μας
για την εορτή της 25ης Μαρτίου

Η  σημαία 

Της πατρίδας μου η σημαία
έχει χρώμα γαλανό
και στη μέση χαραγμένο
έναν κάτασπρο σταυρό.

Κυματίζει με καμάρι
δεν φοβάται τον εχθρό
σαν τη θάλασσα είναι γαλάζιο
και λευκή σαν τον αφρό!.


Κανάρης

Όλη η Βουλή των προεστών στο μόλο συναγμένη
είπε πως όξω στη στεριά τους Τούρκους θα προσμένει.
Τότε έβγαλα το φέσι
και να μιλήσω θάρρεψα προβάλλοντας στη μέση:
«Τίποτα αρχόντοι, δε φελά, μονάχα το καράβι!»
Σα μ’ άκουσε ένα απ’ τα τρανά καλπάκια μας, ανάβει
και το φαρμάκι χύνει:
«Ποιος είναι αυτός και πώς τον λεν, που συμβουλές μας δίνει;»
Να τα Ψαρά  πως χάθηκαν. Κι εγώ φωτιά στο χέρι
πήρα και πέρα τράβηξα κατά της Χιος τα μέρη,
κι είπα από εκεί- δε βάσταξα- με χείλια πικραμένα:
«Να! πώς με λεν εμένα!»

Με μιας ανοίγει ο ουρανός
 (δεν θυμάμαι αν είναι διαφορετικός ο τίτλος του ποιήματος)

Με μιας ανοίγει ο ουρανός, τα σύγνεφα μεριάζουν,
οι κόσμοι μείνανε βουβοί, παράλυτοι κοιτάζουν.
Μια φλόγα αστράφτει…ακούονται ψαλμοί και μελωδία…
Πετάει έν’ άστρο…σταματά εμπρός εις τη Μαρία…
«Χαίρε, της λέει, αειπάρθενε, ευλογημένη, χαίρε!
Ο Κύριός μου είναι με Σε. Χαίρε, Μαρία, Χαίρε!»

Επέρασαν χρόνοι πολλοί…Μια μέρα σαν εκείνη
αστράφτει πάλι ο ουρανός…Στην έρμη της την κλίνη
λησμονημένη, ολόρφανη, χλωμή κι απελπισμένη
μια κόρη πάντα τήκεται, στενάζει αλυσωμένη.
Τα σίδερα είναι ατάραχα, σκοτάδι ολόγυρά της.
Η καταφρόνια, η δυστυχία, σέπουν τα κόκαλα της.
Τρέμει με μιας η φυλακή και διάπλατη η θυρίδα
φέγγει κι αφήνει και περνά έν’ άστρο, μιαν αχτίδα.
Ο Άγγελος εστάθηκε, διπλώνει τα φτερά του.

«Ξύπνα, ταράξου, μη φοβού, χαίρε, Παρθένε, χαίρε.
Ο Κύριός μου είναι με σε, Ελλάς, ανάστα χαίρε».

Οι τοίχοι ευθύς σωριάζονται. Η μαύρ’ η πεθαμένη
Νιώθει τα πόδια φτερωτά. Στη μέσα της δεμένη
χτυπάει η σπάθα φοβερή. Το κάθε πάτημά της
ανοίγει μνήμ’ αχόρταγο. Ρωτά για τα παιδιά της…
Κανείς δεν αποκρένεται…Βγαίνει, πετά στα όρη…
Λιώνουν τα χιόνια όθε διαβεί, όθε περάσει η Κόρη.

«Ξυπνάτε, σεις που κείτεστε, ξυπνάτε, όσοι κοιμάστε,
Το θάνατο όσοι εγευτείτε, τώρα ζωή χορτάστε».

Οι χρόνοι φεύγουνε, πετούν και πάντα εκείνη η μέρα
είναι γραμμένο εκεί ψηλά να λάμπει στον αθέρα
μ’ όλα τα κάλλη τα’ ουρανού. Στολίζεται όλη η φύση
με χίλια μύρια λούλουδα, για να τη χαιρετίσει.
Γιορτάστε την, γιορτάστε την! Καθείς ας μεταλάβει
από τη χάρη του Θεού. Και εσείς και σεις οι σκλάβοι,
όσοι τη δάφνη στην καρδιά να φέρετε φοβάστε,
αφορεσμένοι να ’στε.
 (Αυτό το ποίημα το είπα στην έκτη δημοτικού μαζί με μια ακόμη συμμαθητριά μου, ειλικρινά δεν θυμάμαι πόσο καιρό μας πήρε να το μάθουμε αλλά ένα μεγάλο μέρος του το θυμάμαι ακόμη)

Ο βράχος και το κύμα

«Μέριασε, βράχε, να διαβώ!» το κύμα ανδρειωμένο

λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο.

«Μέριασε! μες τα στήθη μου, που 'σαν νεκρά και κρύα
μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.
Αφρούς δεν έχω γι' άρματα, κούφια βοή γι' αντάρα,
έχω ποτάμι αίματα, με θέριεψε η κατάρα
του κόσμου, που βαρέθηκε, του κόσμου που 'πε τώρα:
«Βράχε, θα πέσεις, έφτασεν η φοβερή σου η ώρα!»
Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο,
και σου γλυφα και σου πλενα τα πόδια δουλωμένo,
περήφανα μ' εκοίταζες και φώναζες του κόσμου,
να δει την καταφρόνεση που πάθαινε ο αφρός μου.
Κι αντίς εγώ κρυφά-κρυφά, εκεί που σε φιλούσα,
μέρα και νύχτα σ'έσκαφτα τη σάρκα σου εδαγκούσα
και την πληγή που σ' άνοιγα, το λάκκο που 'θε κάμω,
με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στον άμμο.
Σκύψε να ιδείς τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη,
τα θέμελά σου τα 'φαγα, σ' έκαμα κουφολίθι.
Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι
θα σε πατήσει στο λαιμό...Εξύπνησα λιοντάρι...»
αναίσθητος σου φαίνεται, νεκρός, σαβανωμένος.
Του φώτιζαν το μέτωπο, σχισμένο από ρυτίδες,
του φεγγαριού, που 'ταν χλωμό, μισόσβηστες αχτίδες.
Ολόγυρα του ονείρατα, κατάρες ανεμίζουν
και στον ανεμοστρόβιλο φαντάσματα αρμενίζουν,
καθώς ανεμοδέρνουνε και φτεροθορυβούνε
τη δυσωδία του νεκρού τα όρνια αν μυριστούνε.
χίλιες φορές την άκουσεν ο βράχος στον αθέρα
ν' αντιβοά τρομαχτικά χωρίς καν να ξυπνήσει,
και σήμερα ανατρίχιασε, λες θα λιγοψυχήσει.
«Κύμα, τι θέλεις από με και τι με φοβερίζεις;
Ποιος είσαι συ κι ετόλμησες, αντί να με δροσίζεις,
αντί με το τραγούδι σου τον ύπνο μου να ευφραίνεις,
και με τα κρύα σου νερά τη φτέρνα μου να πλένεις,
εμπρός μου στέκεις φοβερό, μ' αφρούς στεφανωμένο;
Όποιος κι αν είσαι μάθε το, εύκολα δεν πεθαίνω!»
χολή και καταφρόνεση. Μ' ανάθρεψεν ο πόνος.
Ήμουνα δάκρυ μια φορά και τώρα κοίταξέ με,
έγινα θάλασσα πλατιά, πέσε, προσκύνησέ με.
Εδώ μέσα στα σπλάχνα μου, βλέπεις, δεν έχω φύκη,
σέρνω ένα σύγνεφο ψυχές, ερμιά και καταδίκη,
ξύπνησε τώρα, σε ζητούν του άδη μου τ' αχνάρια...
Μ' έκαμες ξυλοκρέβατο... Με φόρτωσες κουφάρια...
Σε ξένους μ' έριξες γιαλούς... Το ψυχομάχημά μου
το περιγέλασαν πολλοί και τα πατήματά μου
τα φαρμακέψανε κρυφά με την ελεημοσύνη.
Μέριασε βράχε, να διαβώ, επέρασε η γαλήνη,
καταποτήρας είμαι εγώ, ο άσπονδος εχθρός σου,
γίγαντας στέκω εμπρός σου!»
εκαταπόντησε μεμιάς το κούφιο το κορμί του.
Χάνεται μες την άβυσσο, τρίβεται, σβήεται, λιώνει
σα να 'ταν από χιόνι.
Επάνωθέ του εβόγγιζε για λίγο αγριεμένη
η θάλασσα κι εκλείστηκε. Τώρα δεν απομένει
στον τόπο που 'ταν το στοιχειό, κανείς παρά το κύμα,
που παίζει γαλανόλευκο επάνω από το μνήμα.
Ο βράχος εκοιμότουνε. Στην καταχνιά κρυμμένος,
Το μούγκρισμα του κύματος, την άσπλαχνη φοβέρα,
«Βράχε, με λένε Εκδίκηση. Μ' επότισεν ο χρόνος
Ο βράχος εβουβάθηκε. Το κύμα στην ορμή του

Της Δέσπως

-Αχός βαρύς ακούγεται, πολλά τουφέκια πέφτουν.
Μήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροκόπι;

-Ούδε σε γάμο ρίχνονται ούδε σε χαροκόπι.

Η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μ' αγγόνια.
Αρβανιτιά την πλάκωσε στου Δημουλά τον πύργο:
«Γιώργαινα, ρίξε τ' άρματα, δεν είναι εδώ το Σούλι.
Εδώ είσαι σκλάβα του πασά, σκλάβα των Αρβανίτων».
«Το Σούλι κι αν προσκύνησε, κι αν τούρκεψεν η Κιάφα,
η Δέσπω αφέντες Λιάπηδες δεν έκαμε, δεν κάνει».
Δαυλί στο χέριν άρπαξε, κόρες και νύφες κράζει:
«Σκλάβες Τούρκων μη ζήσωμε, παιδιά μ', μαζί μου ελάτε»
και τα φυσέκια ανάψανε, κι όλοι φωτιά γενήκαν.


25η Μαρτίου

Η πατρίδα μας γιορτάζει
η σημαία μας γελά
Χαίρε ο  Άγγελος φωνάζει
στην γλυκιά μας Παναγιά

Εικοστή πέμπτη Μαρτίου
όμορφη διπλή χαρά
όλοι χαίρονται και λένε
ζήτω ζήτω η λευτεριά.

Ελληνόπουλα

Με δάφνες πάντα αμάραντες
η δόξα στεφανώνει
τους ήρωες που πολεμούν
σας τον Κολοκοτρώνη

Και τα θαλασσοπούλια μας
του γένους μας καμάρι
που ξαναζωντανέψανε
το έργο του Κανάρη

Περήφανα Ελληνόπουλα
του γένους μας ελπίδα
και σεις θε να στολίσετε
με δάφνες την πατρίδα.



Οι τσολιάδες

Οι  γενναίοι μας τσολιάδες
με την φούντα το σπαθί
πολεμήσαν σαν λιοντάρια
για πατρίδα και τιμή

Σαν απόγονοι εκείνων
ας φωνάξουμε παιδιά
Ζήτω ένδοξη Ελλάδα
Ζήτω ένδοξε τσολιά.







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου